νευροπάθεια

νευροπάθεια
η мед. невропатия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "νευροπάθεια" в других словарях:

  • νευροπάθεια — η ιατρ. γενική ονομασία τών παθήσεων τού νευρικού συστήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. nevropathie < νευρ(ο) * + πάθεια (< παθής). Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στον Αποστ. Μεγακλή] …   Dictionary of Greek

  • νευροπάθεια — η νευροψυχική ταραχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νευρ(ο)- — α συνθετικό πολλών επιστημονικών ιατρικών όρων τής Νεοελληνικής που προέρχονται από το ουσ. νεύρο και εισήχθησαν στην Ελληνική ως αντιδάνεια από την ξεν. ορολογία (νευρομυελίτιδα, πρβλ. αγγλ. neuromyelitis νευροτομία, πρβλ. αγγλ. neurotomy… …   Dictionary of Greek

  • νευροαρθριτισμός — ο ιατρ. αρθριτισμός σε συνδυασμό με νευροπάθεια ή με νευρασθένεια ή αρθριτισμός που προκαλεί νευρασθένεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < νευρ(ο) * + αρθριτισμός] …   Dictionary of Greek

  • νευροπαθητικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους νευροπαθείς ή στη νευροπάθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια, λ., πρβλ. αγγλ. neuropathic < νευροπαθής + κατάλ. ικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Βρεττανικός Αστήρ] …   Dictionary of Greek

  • πολυνευροπάθεια — η, Ν ιατρ. συστηματικές βλάβες τών περιφερειακών νεύρων οι οποίες έχουν εκφυλιστικό και όχι φλεγμονώδη χαρακτήρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. polyneuropathy (< πολυ * + νευροπάθεια)] …   Dictionary of Greek

  • Μποκερίνι, Λουίτζι — (Luigi Boccherini, Λούκα 1743 – Μαδρίτη 1805). Ιταλός συνθέτης. Γιος ενός κοντραμπασίστα, άρχισε να μελετά μουσική πολύ νωρίς· υπήρξε μαθητής του αβά Βανούτσι και σε ηλικία δεκατριών ετών ήταν ήδη δεξιοτέχνης του βιολοντσέλου. Το 1754 πήγε για να …   Dictionary of Greek

  • νευροπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που πάσχει από νευροπάθεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νευροπαθητικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στη νευροπάθεια: Νευροπαθητική κατάσταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»